Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



λεπτός, -ή, -ό
λε-πτός επίθετο



αρσενικό: ο λεπτός
θηλυκό: η λεπτή
ουδέτερο: το λεπτό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ο αδελφός μου είναι ψηλός και λεπτός.
Συνώνυμα:  αδύνατος
Αντώνυμα:  χοντρός παχύς
zayıf
 


 2. Το παντελόνι μου σκίστηκε, γιατί είναι από λεπτό ύφασμα.
ince
Συνώνυμα:  ψιλός
Αντώνυμα:  χοντρός