Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



χοντρός, -ή, -ό
χο-ντρός επίθετο



αρσενικό: ο χοντρός
θηλυκό: η χοντρή
ουδέτερο: το χοντρό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Το καλώδιο του ψυγείου είναι πιο χοντρό από το καλώδιο του φωτιστικού.
Αντώνυμα:  λεπτός ψιλός
kalın
 


 2. Το βιβλίο είναι πολύ χοντρό, γι' αυτό δε χωράει στην τσάντα μου.
kalın
Αντώνυμα:  λεπτός
 


 3. Το σκυλάκι είναι χοντρό. Δεν πρέπει να το ταΐζουμε συνέχεια.
şişman
Αντώνυμα:  λεπτός αδύνατος
χοντρός, -ή, -ό