Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αδύνατος, -η, -ο
α-δύ-να-τος επίθετο



αρσενικό: ο αδύνατος
θηλυκό: η αδύνατη
ουδέτερο: το αδύνατο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Είναι πολύ αδύνατη, επειδή δεν τρώει σωστά.
Συνώνυμα:  λεπτός
Αντώνυμα:  χοντρός παχύς
Παράγωγα:  αδυνάτισμα αδυνατίζω αδυνατισμένος
zayıf
αδύνατος, -η, -ο


 2. Είναι αδύνατος στην αριθμητική. Του λείπουν βασικές γνώσεις.
(aritmetiği) zayıf
Αντώνυμα:  δυνατός
 


 3. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το τραγούδι. Ο ήχος είναι πολύ αδύνατος.
cılız, zayıf, alçak
Αντώνυμα:  δυνατός έντονος
 


 4. Είναι αδύνατο να κολυμπήσεις τόσο μακριά: θα κουραστείς.
(yüzmen) imkansız
Αντώνυμα:  δυνατός