Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανησυχία, η
α-νη-συ-χί-α ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της ανησυχίας - των ανησυχιών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Όσο αργούσαμε, τόσο μεγάλωνε η ανησυχία τους.
Σχετικές λέξεις:  ανήσυχος ανησυχώ
kaygı, endişe