Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανησυχώ
α-νη-συ-χώ ρήμα



Αόριστος: ανησύχησα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Αργήσαμε να γυρίσουμε και οι γονείς μας ανησύχησαν.
Συνώνυμα:  αναστατώνομαι
Αντώνυμα:  ηρεμώ
Σχετικές λέξεις:  ανήσυχος ανησυχία
merak etmek, kaygılanmak
 


 2. Ας μην τους ανησυχήσουμε τέτοια ώρα. Τους τηλεφωνούμε αύριο.
Bu saatte rahatsız etmeyelim.
Συνώνυμα:  αναστατώνω
Αντώνυμα:  ηρεμώ