Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανήσυχος, -η, -ο
α-νή-συ-χος επίθετο



αρσενικό: ο ανήσυχος
θηλυκό: η ανήσυχη
ουδέτερο: το ανήσυχο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Ήταν ανήσυχοι, γιατί η ώρα περνούσε και ο γιατρός δε φαινόταν.
Συνώνυμα:  αναστατωμένος
Αντώνυμα:  ήρεμος
Σχετικές λέξεις:  ανησυχία ανησυχώ
kaygılı, endişeli