Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



τροφή, η
τρο-φή ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της τροφής - των τροφών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Οι τροφές για τα ζώα είναι στα τσουβάλια.
Σχετικές λέξεις:  τρέφω τρόφιμο ζωοτροφή
(hayvan) yemi