Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



τρόφιμο, το
τρό-φι-μο ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του τροφίμου - των τροφίμων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Μετά τα ψώνια, τακτοποιούμε τα τρόφιμα στα ντουλάπια της κουζίνας.
Σχετικές λέξεις:  τρέφω τροφή
gıda maddeleri, yiyecekler