Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



άγριος, -α, -ο
ά-γρι-ος επίθετο



αρσενικό: ο άγριος
θηλυκό: η άγρια
ουδέτερο: το άγριο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Είναι δύσκολη δουλειά το ημέρωμα ενός άγριου αλόγου.
Αντώνυμα:  ήμερος
Σχετικές λέξεις:  αγριεύω αγριολούλουδο
yabani, vahşi
 


 2. Υπάρχουν ήμερες και άγριες τριανταφυλλιές.
yaban (gülü)
Αντώνυμα:  ήμερος
 


 3. Δεν του μίλησα, γιατί το βλέμμα του ήταν άγριο.
öfkeyle baktı
Αντώνυμα:  ήρεμος