Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



φρόνιμος, -η, -ο
φρό-νι-μος επίθετο



αρσενικό: ο φρόνιμος
θηλυκό: η φρόνιμη
ουδέτερο: το φρόνιμο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Ευτυχώς το σκυλάκι ήταν φρόνιμο σε όλο το ταξίδι. Δε μας ενόχλησε καθόλου.
Συνώνυμα:  ήσυχος
Αντώνυμα:  ζωηρός άτακτος
Σχετικές λέξεις:  φρόνιμα
uslu