Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ήσυχος, -η, -ο
ή-συ-χος επίθετο



αρσενικό: ο ήσυχος
θηλυκό: η ήσυχη
ουδέτερο: το ήσυχο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Όταν δε φυσάει, η θάλασσα είναι ήσυχη.
Συνώνυμα:  ήρεμος
Αντώνυμα:  άγριος
Σχετικές λέξεις:  ήσυχα ησυχία ησυχάζω
sakin
 


 2. Το μωράκι ήταν πολύ ήσυχο. Καθόλου δεν ακούσαμε τη φωνή του.
sakin, sessiz
Συνώνυμα:  φρόνιμος
Αντώνυμα:  άτακτος