Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



μαλακώνω
μα-λα-κώ-νω ρήμα



Αόριστος: μαλάκωσα
Μετοχή: μαλακωμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Βρέχω το παξιμάδι με νερό, για να το μαλακώσω.
Σχετικές λέξεις:  μαλακός μαλακά μαλακωμένος
yumuşatmak
 


 2. Μαλάκωσα τη φωνή μου, για να μην τους αγριέψω.
yumuşatmak
 


 3. Το κρέας μαλακώνει καθώς βράζει.
yumuşamak
 


 4. Την άνοιξη ο καιρός μαλακώνει.
yumuşamak
Συνώνυμα:  ηρεμώ ησυχάζω
Αντώνυμα:  αγριεύω