Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αδυνατίζω
α-δυ-να-τί-ζω ρήμα



Αόριστος: αδυνάτισα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Πρέπει να τρως καλά, για να μην αδυνατίσεις.
Σχετικές λέξεις:  αδύνατος αδυνάτισμα αδυνατισμένος
zayıflamak
 


 2. Το σκυλάκι δεν έτρωγε σωστά και τα κόκαλά του είχαν αδυνατίσει.
zayıflamak
 


 3. Πολλοί πιστεύουν ότι η γυμναστική αδυνατίζει.
zayıflatmak
 


 4. Το καινούργιο παντελόνι σε αδυνατίζει πολύ.
zayıf göstermek