Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αδυνάτισμα, το
α-δυ-νά-τι-σμα ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του αδυνατίσματος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Ο γιατρός τον συμβούλεψε να κάνει δίαιτα αδυνατίσματος.
Σχετικές λέξεις:  αδύνατος αδυνατίζω αδυνατισμένος
zayıflama