Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αδυνατισμένος, -η, -ο
α-δυ-να-τι-σμέ-νος επίθετο



αρσενικό: ο αδυνατισμένος
θηλυκό: η αδυνατισμένη
ουδέτερο: το αδυνατισμένο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Σε βλέπω λίγο αδυνατισμένη. Μήπως δεν είσαι καλά;
Σχετικές λέξεις:  αδύνατος αδυνατίζω αδυνάτισμα
zayıflamış