Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αναστατώνομαι
α-να-στα-τώ-νο-μαι ρήμα



Αόριστος: αναστατώθηκα
Μετοχή: αναστατωμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Μόλις μάθαμε τα νέα, αναστατωθήκαμε.
Συνώνυμα:  ανησυχώ
Αντώνυμα:  ηρεμώ ησυχάζω
alt üst olmak
 


 2. Όταν την είδα αναστατωμένη, κατάλαβα ότι κάτι κακό είχε γίνει.
alt üst olmuş (bir halde görünce)
Συνώνυμα:  ανήσυχος
Αντώνυμα:  ήρεμος
 


 3. Δες: αναστατώνω.