ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΑΣ
ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.
Αρχική
Ιστορική διαδρομή του ΙΛΝΕ
Νεοελληνικές διάλεκτοι και ιδιώματα
>
Τι είναι διαλέκτος
Τρόπος κατάταξης
Νεοελληνικές διάλεκτοι
Aρχεία γλωσσικού υλικού
>
Αρχείο χειρόγραφων συλλογων
Αρχείο δελτίων
Αρχείο τοπωνυμιών
Ηχητικό αρχείο
Το έργο
>
Δείγματα σαρωμένων χειρογράφων
Δείγματα σαρωμένων δελτίων
Δείγματα διαλεκτικού ηχητικού υλικού
Γεωγραφική προέλευση γλωσσικού υλικού-χάρτες
Εκπαιδευτικές δραστηριότητες
>
1η ομάδα: Τι σημαίνει…
2η ομάδα: Σύγκρινε λήμματα και τύπους
3η ομάδα: Από πού κατάγεται…
Αναζήτηση
Πληροφορίες
Χάρτης πλοήγησης
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΥ ΗΧΗΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ
Ακούστε το ηχητικό υλικό
Περιοχή:
Στερεά Ελλάδα: νομός Αιτωλοακαρνανίας, επαρχία Ναυπακτίας, χωριό Αράχοβα
Πηγή:
Χειρόγραφο 1446, έτους 2005.
Ομιλητής:
Βασίλης Τσαρούχης, 93 ετών.
Απομαγνητοφώνηση
Απόδοση στην Κοινή Νέα Ελληνική
Η Αράχοβα το χίλια εννιακόσα τριάdα ιφτά πανdρευτήκανε οχτώ ζευγάρια απ’ του ίδιου το χωργιό, την ίδια χρονιά. ΄Ετσ’ κι από τα χουργιά. Tούτε, από αγάπη δεν έπαρχε κανένα ανdρόγυνο. Οι συgενείς, να πούμε, η γινεά, ρωτούσι, συμβουλεύεταν, δηλαδή ένας με τουν άλλουν συγγενής: «Τι λες εσύ αδελφέ; Κάν’ του κουρίτσ’ του άλφα για να του πάρουμε νύφ’;». «Κάν’ του παιδί του άλφα να δώκωμε το κορίτσ’, τι λες;». Με συζήτηση, με τρόπο, ’ξιτάζαν και τη γενεά, απού τι γενεά κρατάς. Τότι ήταν άλλους ου κόζμους, διαφορετικός.
Στην Αράχοβα το χίλια εννιακόσια τριάντα εφτά παντρευτήκαν οχτώ ζευγάρια απ’ το ίδιο το χωριό, την ίδια χρονιά. ΄Ετσι κι από τα [άλλα] χωριά. Tότε, δεν υπήρχε κανένα αντρόγυνο [που να παντρευόταν] από αγάπη. Οι συγγενείς, να πούμε, η γενιά, ρωτούσε, συμβουλευόταν, δηλαδή ο ένας με τον άλλο συγγενή: «Τι λες εσύ αδελφέ; Κάνει [= είναι κατάλληλο] το κορίτσι το άλφα για να το πάρουμε νύφη;». «Κάνει το παιδί το άλφα να του δώσουμε το κορίτσι, τι λες;». Με συζήτηση, με τρόπο, εξέταζαν και τη γενιά, από τι γενιά κρατάς. Τότε ήταν άλλος ο κόσμος, διαφορετικός.
Τώρα όμως ιγώ τ’ φουβάμαι ν’ gατάστασ’. Διότι πρώτα πρώτα η ένουσ’ της Ευρώπης (ιγώ είμι του dελευταίου στα γράμματα, ου dελευταίους σ’ν ηλικία κι τα λοιπά) δε θα σι βρίσκ’ τόσου καλή, γιατί τα μικρά κράτ’ θα καθηλωθούν απ’ τ’ς μιγάλ’. Κι αν κάν’ν απ’ του ταμείου να λάβουν εκατό δραχμές, θα λάβουν τ’ς ογδόνdα και θα δυστυχήσουν. Η Ελλάδα, τ’ φουβάμαι, τ’ φουβάμαι, γιατί βλέπου οι νέοι εφτερούγισαν γρήγουρα. Αλλά εγώ δεν gατηγορώ τους νέους, κατηγορώ τη διδασκαλία. Δεν διδάσκονται τα παιδιά πώς να φέρονdαι, το κορίτσ’ στη μητέρα. Διότι του χίλια εννιακόσα εικουσιδύου - μέχρι τότε δεν έπαρχε κουπέλα σε σχουλείου, δε bήγαιναν, άμαθες τελείους, αγράμματ’ η γυναίκα μέχρι του εικουσιδύου. Μετά λοιπόν bήκε στα γράμματα, φαίνεται ότι bαίνει γρήγουρα η γυναίκα, αλλά έχ’ νια δειλία λίγου. Έτσ’ το βλέπω ’γω, δεν ξέρω, δεν θέλω να με ακούσ’ κανένας, αλλά εγώ έτσ’ τα εξέτασα, τα ογδόνdα πέντε χρόνια, από οχτώ χρονών και μετά π’ κατάλαβα.
Τώρα όμως εγώ τη φοβάμαι την κατάσταση. Διότι πρώτα πρώτα η ένωση της Ευρώπης (εγώ είμαι ο τελευταίος στα γράμματα, ο τελευταίος στην ηλικία και τα λοιπά) δεν θα αποδειχτεί τόσο καλή, γιατί τα μικρά κράτη θα καθηλωθούν απ’ τους μεγάλους. Κι αν δικαιούνται απ’ το ταμείο να λάβουν εκατό δραχμές, θα λάβουν τις ογδόντα και θα δυστυχήσουν. Την Ελλάδα, τη φοβάμαι, τη φοβάμαι, γιατί βλέπω [ότι] οι νέοι φτερούγισαν [= μεγάλωσαν] γρήγορα. Αλλά εγώ δεν κατηγορώ τους νέους, κατηγορώ τη διδασκαλία. Δεν διδάσκονται τα παιδιά πώς να φέρονται, [π.χ.] το κορίτσι στη μητέρα. Διότι το χίλια εννιακόσια είκοσι δύο - μέχρι τότε δεν υπήρχε κοπέλα σε σχολείο, δεν πήγαιναν, τελείως άμαθες, αγράμματη η γυναίκα μέχρι του είκοσι δύο. Μετά λοιπόν μπήκε στα γράμματα, φαίνεται ότι μπαίνει γρήγορα η γυναίκα, αλλά έχει μια μικρή δειλία. Έτσι το βλέπω εγώ, δεν ξέρω, δεν θέλω να με ακούσει [= αποδεχτεί] κανένας, αλλά εγώ έτσι τα κατάλαβα, επί ογδόντα πέντε χρόνια, από οχτώ χρονών και μετά που κατάλαβα [τον κόσμο].
Πέρασι πουλύ δυστυχία ο κόζμους. Το ’17 και το ’18 που ’τανε η γρίπη, η Ευρώπη έχασε τριανdαέξ’ εκατομμύρια πληθυσμό. Μετά ήταν η φυματίουσ’, δεν έπαρχε φάρμακα και τα λοιπά. Ο κόσμος, τα μικρά παιδάκια και τα λοιπά, είν’ εξυπνότεροι τώρα, ενώ τότε ήτανι αγράμματη η μάννα, αγράμματος κι ο πατέρας ή κι ο μεγαλύτερος αδερφός. Σήμερα όμως, εάν είχι τη διδασκαλία που είχαν προτού του χίλια εννιακόσα σαράνdα η ’κουγένεια, θα ήταν πάμbλουτες από πολλές πλευρές. Διότι, να σεφτείς ο βασιλεύς, τι ήταν ο καλόγερος του μαναστηριού;, αλλά έσκυβε και φιλούσε του καλογήρου το χέρ’. Μέχ’ σε ποιου σημείου έφτανε τότι ο σιβασμός! Σήμερα με ’ν εξυπνάδα πού ’χι ο κόζμος, αν είχι διδασκαλία, θα ήτανε σε επίπεδο εξαιρετικό.
Πέρασε πολύ δυστυχία ο κόσμος. Το 1917 και το 1918 που ήτανε η γρίπη, η Ευρώπη έχασε τριανταέξι εκατομμύρια πληθυσμό. Μετά ήταν η φυματίωση, δεν υπήρχαν φάρμακα και τα λοιπά. Ο κόσμος, τα μικρά παιδάκια και τα λοιπά, είναι εξυπνότεροι τώρα, ενώ τότε ήταν αγράμματη η μάννα, αγράμματος κι ο πατέρας ή κι ο μεγαλύτερος αδερφός. Σήμερα όμως, εάν είχε τη διδασκαλία που είχε πριν το χίλια εννιακόσια σαράντα η οικογένεια, θα ήταν πάμπλουτες από πολλές πλευρές. Διότι, να σκεφτείς ο βασιλιάς, τι ήταν ο καλόγερος του μοναστηριού;, αλλά [ο βασιλιάς] έσκυβε και φιλούσε του καλόγερου το χέρι. Μέχρι ποιου σημείου έφτανε τότε ο σεβασμός! Σήμερα με την εξυπνάδα πού ’χει ο κόσμος, αν είχε διδασκαλία, θα ήτανε σε επίπεδο εξαιρετικό.
Το ψέμα, προυτού του χίλια εννιακόσα σαράνdα, κατείχι, δειλιάζου να ειπώ περισσότερο από είκουσι τ’ς εκατό. Το ψέμα σήμερα έχ’ ένα ογδόνdα τα εκατό. Και οι εργασίες τότι εργάζουνdαν καλά. Βλέπ’ς κάθε παλιό σπίτι δε χαλάει, διότι ο εργάτης εργάζεταν για να το φκειάσ’ τέλειου, δε dουν διέφερνε για του ημερομίσθιου, αλλά σό’λεγ’: να το φκειάσω στέρεου να μη bέσ’, να το φκειάσω έτσ’ να μη χαλάσ’. Τώρα ουόλα πρόστυχα, όλα ταλαίπωρα.
Το ψέμα, πριν το χίλια εννιακόσια σαράντα, κατείχε, δειλιάζω να πώ [= δεν νομίζω] περισσότερο από είκοσι τοις εκατό. Το ψέμα σήμερα έχει ένα ογδόντα τοις εκατό. Και οι εργασίες τότε γίνονταν καλά. Βλέπεις κάθε παλιό σπίτι δε χαλάει, διότι ο εργάτης εργαζόταν για να το φτειάξει τέλειο, δεν τον ενδιέφερε το ημερομίσθιο, αλλά σου ’λεγε: να το φτειάξω στέρεο να μην πέσει, να το φτειάξω έτσι να μη χαλάσει. Τώρα [είναι] όλα πρόστυχα, όλα ταλαίπωρα.
Η βιουμηχανία προχώρησι, αλλά και φκειάνει και φκειάνει και φκειάνει. Έλα δω ’δερφέ να τα συζητήσουμε λίγο! Εσύ είσαι φιλάργυρος, έφκειασες του αεροπλάνου, αξιόλογου, αλλά δε σκέφτηκες να σταματήσεις στα πενήdα άτουμα. Γιατί ένα αεροπλάνου σήμερα χάν’ς τρακόσα άτομα, μ’ ένα πέσ’μο. Σκέψ’ πόσο περιθώριου είχες εσύ ο τεχνίτ’ς πο’ ’φτιασες το αεροπλάνο για να σώσ’ς ψυχές ανθρώπων! Αλλά άραγε τώρα προχωράς, δε σ’ ενδιαφέρει για τους ανθρώπους, αρκεί να φλετ’ρήξ’ από ’δω να πάει στην Αμερική, κι ανεξαρτήτους ας χαθούνε χίλιοι πενdακόσ’. Αλλά αυτοί όμως είναι ακ’βέντιαστ’. Και σήμερα παραφκειάνομε οπλισμό. ΄Εχεις βέβαια έναν οπλισμό, ως κράτος, και φρονdίζεις να φκειάσεις ανώτερον οπλισμό. Για ποιον λόγο το φκειάν’ς; Για τ’ς πέτρις; ΄Οχ’, για το συνάνθρωπό σου.
Η βιομηχανία προχώρησε, αλλά και φτειάχνει και φτειάχνει και φτειάχνει. Έλα ’δω αδερφέ να τα συζητήσουμε λίγο! Εσύ είσαι φιλάργυρος, έφτειαξες το αεροπλάνο, αξιόλογο, αλλά δε σκέφτηκες να σταματήσεις στα πενήντα άτομα. Γιατί [από] ένα αεροπλάνο σήμερα χάνεις τριακόσια άτομα, μ’ ένα πέσιμο. Σκέψου πόσο περιθώριο είχες, εσύ ο τεχνίτης που έφτειαξες το αεροπλάνο, για να σώσεις ψυχές ανθρώπων! Αλλά, άρα, τώρα προχωράς, δε σ’ ενδιαφέρει για τους ανθρώπους, αρκεί να φλετουρήσει [= να φτερουγίσει, να πετάξει] από ’δω να πάει στην Αμερική, ανεξαρτήτως αν χαθούνε χίλιοι πεντακόσιοι. Αλλά αυτοί όμως [οι βιομήχανοι] είναι ακουβέντιαστοι [= δεν υπολογίζουν]. Και σήμερα παραφτειάχνουμε οπλισμό. ΄Εχεις βέβαια έναν οπλισμό, ως κράτος, και φροντίζεις να φτειάξεις ανώτερον οπλισμό. Για ποιον λόγο τον φτειάχνεις; Για τις πέτρες; ΄Οχι, για τον συνάνθρωπό σου [= εναντίον του].
Εγώ ευχαριστώ πολύ που ήρθες στο σπίτι μ’, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εγώ ευχαριστώ πολύ που ήρθες στο σπίτι μου, ευχαριστώ πάρα πολύ.