CENTRE DE RECHERCHE
DE DIALECTES ET PARLERS GRECS MODERNES - I.L.N.E.
Ελληνικά   English   Francais


DÈTAILS DU MATÉRIAU SONERE

Écouter le matériel sonere

Région:Département de Céphalonie, canton d’ Ithaque, l’île d’ Ithaque, village Perachori.
Source:Manuscrit 1429, année 2004.
Orateur:Aspasia Komita, 82 ans.

DerecordingApodosis en Grec Moderne
Δεν επρόκανε να τελειώσει το ένα, που ’ρχόταν το άλλο. Εβγαίναμε 20 Οκτωβριού, έπρεπε όλοι οι πιο παλαιοί, καλά και πρώτα, αλλά την άλλη μέρα ήτανε φάττο, δηλαδή τελείωσε! ΄Ολοι είμαστε στις εξοχές! Ανάλογα τη bοιότητα, ποσότητα που είχε ο καθένας εμαζεύαμε και τέσσερους μήνες ελιές! ΄Οχι με την ευκολία που υπάρχει σήμερα, με τα ρούχα κάτου και με τα τσιgργιά και με τα μηχανήματα! Τότες είχαμε... Νά ’ρθεις κάποια ώρα να πάμε στο κατώι, να σου δείξω. Ακόμα έχω το σακκούλι, είναι όπως μαξιλαροθήκη, υφαdό σακκούλι, με σκοινιά, τό ’φερνα έτσι, από τη μέση μου, και πηγαίναμε πριν να φέξει. Θα σου πω μία παροιμία: «Ο άνθρωπος πρέπει να ’ναι ενωρίς στο σπίτι του και νύχτα στη δουλειά του»! Το πρωί βγαίνει η δουλειά! Σήμερα τα πράματα είναι διαφορετικά, ανάποδα! Δεν πρόφταινε να τελειώσει το ένα [= η μια δουλειά], όταν ερχόταν το άλλο. Βγαίναμε 20 Οκτωβρίου, έπρεπε όλοι οι πιο παλιοί, και από νωρίτερα βέβαια, αλλά την άλλη μέρα ήτανε γεγονός [= σίγουρο], δηλαδή τελείωσε! ΄Ολοι είμαστε στις εξοχές! Ανάλογα την ποιότητα, ποσότητα που είχε ο καθένας μαζεύαμε και τέσσερις μήνες ελιές! ΄Οχι με την ευκολία που υπάρχει σήμερα, με τα ρούχα κάτω και με τα χτένια και με τα μηχανήματα! Τότε είχαμε... Νά ’ρθεις κάποια ώρα να πάμε στο κατώι, να σου δείξω. Ακόμα έχω το σακκούλι, είναι σαν μαξιλαροθήκη, υφαντό σακκούλι, με σκοινιά, τό ’φερνα έτσι, από τη μέση μου, και πηγαίναμε πριν να φέξει. Θα σου πω μία παροιμία: «Ο άνθρωπος πρέπει να ’ναι νωρίς στο σπίτι του και νύχτα στη δουλειά του»! Το πρωί βγαίνει η δουλειά! Σήμερα τα πράματα είναι διαφορετικά, ανάποδα!
Λοιπόν, του λέω τα προϊόdα: Μαζεύαμε το λάδι μας. Ρολόϊ οι περισσότεροι δεν είχαμε, είχαμε τη bούλια, για σημάδι. ΄Οταν λοιπόν εβλέπαμε τη bούλια σε ορισμένο μέρος και είχαμε και τη λαλιά απ’ τσ’ κοκκόρους, εξέραμε ότι είναι ώρα να σηκωθούμε. Πολλές φορές, την ώρα που ξεκινούσαμε, μάτια μου, για τις ελιές το χάραμα, είχαμε τη φουρνιά βγαλημένη, το ψωμί βγαλημένο από το φούρνο. ΄Οταν είχαμε φουρνιά, το παίρναμε ξενύχτι, δεν κοιμόμαστε καθόλου. Με το χάραμα έπρεπε νά ’χουμε βγάλει το ψωμί για να ξεκινήσουμε. Η μάνα μου δουλεύτρα που ήτανε, κι ο άdρας μου! Και τ’ς έμοιασα κι εγώ! Μέχρι σήμερα, μανούλα μου, που είμαι ογδοdαδύο χρονών, για ρώτα να μάθεις! Λοιπόν, σου λέω τα προϊόντα: Μαζεύαμε το λάδι μας. Ρολόϊ οι περισσότεροι δεν είχαμε, είχαμε την Πούλια, για σημάδι. ΄Οταν λοιπόν βλέπαμε την Πούλια σε ορισμένο μέρος και είχαμε και το λάλημα απ’ τους κοκκόρους, ξέραμε ότι είναι ώρα να σηκωθούμε. Πολλές φορές, την ώρα που ξεκινούσαμε, μάτια μου, για τις ελιές το χάραμα, είχαμε τη φουρνιά βγαλμένη, το ψωμί βγαλμένο από το φούρνο. ΄Οταν είχαμε φουρνιά [= ψήσιμο], ξενυχτούσαμε, δεν κοιμόμαστε καθόλου. Με το χάραμα έπρεπε νά ’χουμε βγάλει το ψωμί για να ξεκινήσουμε. Η μάνα μου δουλεύτρα που ήτανε, κι ο άντρας μου! Και τους έμοιασα κι εγώ! Μέχρι σήμερα, μανούλα μου, που είμαι ογδόντα δύο χρονώ, για ρώτα να μάθεις!
Εμαζεύαμε το λάδι μας, εκάναμε κουbάνια από την ευλογημένη ελιά ολόκληρο το χρόνο ζεστασιά, η φωτιά μας, τα ξύλα από την ελιά. Εχαρακώναμε χοdρές ελιές (σήμερα έχουνε κεdρώσει κι είναι καλαματιανές, κι είναι απέναdι Ναυπάκτου, οι στρογγυλές.) Τότες εμείς είχαμε λιβαθινές, χοdρές, που πραγματικά ενόμιζες..., ετούτες είναι καλαματιανές. Αλλά τις εκαλλιεργούσαμε τσ’ ελιές, είχανε δύναμη! Μαζεύαμε το λάδι μας, κάναμε προμήθεια από την ευλογημένη ελιά ολόκληρο το χρόνο ζεστασιά, τη φωτιά μας, τα ξύλα από την ελιά. Χαρακώναμε χοντρές ελιές [= τον καρπό] (σήμερα τις έχουν μπολιάσει κι είναι καλαματιανές, ή είναι [από] απέναντι [από τη] Ναύπακτο, οι στρογγυλές.) Τότε εμείς είχαμε λιβαθινές, χοντρές [ελιές], που πραγματικά νόμιζες..., αυτές [οι σημερινές] είναι καλαματιανές. Αλλά τις καλλιεργούσαμε τις ελιές [τα δέντρα], είχαν δύναμη [= απόδοση] !
Εχαρακώναμε λοιπόν ελιές, άλλες εβάναμε κολυbάδες. Τσι βάζαμε πρώτα... είχαμε πολλές μεθόδους. Όταν εθέλαμε για να ’χουμε και πρώιμα, προσφάι στην ελιά, τσι κάναμε σκαστές, τ’ς είχαμε δώδεκα μέρες, δεκαπέdε, αλλάζαμε τα νερά και μετά αφού τσι ζεσταίναμε, έβλεπες και κάναμε το ωραίο το προσφάι, γλήγορα, εκεί που μαζεύαμε ελιές. Είχαμ’ άλλες που τσι βάναμε μέσα στο καλάθι, με βραστά νερά και φεύγαν τα πρώτα. Είχαμε κι άλλες, που ιβάναμε με πρώτο αλάτι, αληθινό αλάτι, όχι από τούτο το ψιλό, και εκρατούσανε ολόκληρο το χρόνο.Χαρακώναμε λοιπόν ελιές, άλλες [τις] κάναμε “κολυμπάδες”. Τις βάζαμε πρώτα... είχαμε πολλές μεθόδους. Όταν θέλαμε να [τις] έχουμε και πρώιμα [= γρήγορα], [για] προσφάι [= συνοδεία του χωμιού] στο μάζεμα της ελιάς, τις κάναμε σκαστές, τις είχαμε δώδεκα μέρες, δεκαπέντε, αλλάζαμε τα νερά και μετά αφού τις ζεσταίναμε, έβλεπες και κάναμε το ωραίο το προσφάι, γρήγορα, [για] εκεί που μαζεύαμε ελιές. Είχαμε άλλες που τις βάζαμε μέσα στο καλάθι, με βραστά νερά και φεύγαν τα πρώτα [= η πικράδα]. Είχαμε κι άλλες, που βάζαμε με πρώτο αλάτι, αληθινό αλάτι, όχι από τούτο το ψιλό, και κρατούσανε ολόκληρο το χρόνο.
Βάλε τώρα: λάδι, ξύλα, ελιές, κουbάνια, σαπούνι, μολοχρονικώς. Εγώ φκειάνω, τώρα είμαι πανέτοιμη, μόλις περάσει λίγο το καλοκαίρι, γιατί φοβάμαι για φωτιά, (να με βοηθήσει και κάποιος, γιατί χρειάζομαι και μια δύναμη τώρα, δεν είμαι εκείνη πού ’μουνα), θα φκειάσω σαπούνι, έχω δυο dενεκέδες έτοιμο να το φκειάξω, έχω τσι δόσεις, που τσι ξέρω απ’ όξω κι ανακατωτά.Βάλε τώρα: λάδι, ξύλα, ελιές, απόθεμα, σαπούνι, για όλο το χρόνο. Εγώ φτειάχνω, τώρα είμαι πανέτοιμη, μόλις περάσει λίγο το καλοκαίρι, γιατί φοβάμαι για φωτιά, ([πρέπει] να με βοηθήσει και κάποιος, γιατί χρειάζομαι και μια δύναμη τώρα, δεν είμαι εκείνη πού ήμουνα), θα φτειάξω σαπούνι, έχω δυο ντενεκέδες έτοιμο να το φτειάξω, έχω τις δόσεις, που τις ξέρω απέξω κι ανακατωτά.
Λοιπόν, όταν σκεφτείς, μαννούλα μου, πόσα καλούδια είχαμε... Εν τω μεταξύ είχαμε κι εκείνο το οικονομικό που το πουλούσαμε, επουλούσαμε. Πόσα λοιπόν καλά είχαμε! Πολλά! Στα χρόνια μου, ποτέ δε μας αφήκανε να μη βγάλουμε, ποτέ! Μόνο δύο χρονιές στη ζωή μου θυμόμαι ότι είχαμε γενικό πέσιμο, που πέσανε κάτω. Και φέρανε και ’κειά τα χρόνια εργάτισσες από τη Λευκάδα. ΄Ητανε πολλοί εδώ από το χωριό που φέρανε γυναίκες απ’ τη Λευκάδα για να τσι βοηθάνε κάτωθε. Είχε πέσει αυτήνη η αρρώστια. Αλλά και πάλι είχαμε από τα πέρσι. Λοιπόν, όταν σκεφτείς, μαννούλα μου, πόσα καλά είχαμε... Εν τω μεταξύ είχαμε κι εκείνο το οικονομικό όφελος, που τα πουλούσαμε [λάδι-ελιές], πουλούσαμε. Πόσα λοιπόν καλά είχαμε! Πολλά! Στα χρόνια μου, ποτέ δεν μας άφησαν [οι ελιές] να μη βγάλουμε [παραγωγή], ποτέ! Μόνο δύο χρονιές στη ζωή μου θυμάμαι ότι είχαμε γενικό πέσιμο, που πέσανε κάτω [ο καρπός]. Και φέρανε κι εκείνα τα χρόνια εργάτισσες από τη Λευκάδα. ΄Ηταν πολλοί εδώ από το χωριό που φέρανε γυναίκες απ’ τη Λευκάδα για να τους βοηθούν [στο μάζεμα από] κάτω. Είχε πέσει αυτή η αρρώστια. Αλλά και πάλι είχαμε [υπόλοιπο παραγωγής] από πέρσι.